Αν εξετάσουμε το πνεύμα στην αρχέτυπη μορφή του, όπως μας
εμφανίζεται σε παραμύθια και όνειρα, θα δούμε ότι παρουσιάζει μια εικόνα που
διαφέρει κατά παράξενο τρόπο από τη συνειδητή ιδέα του πνεύματος, που
υποδιαιρείται σε πολλαπλά νοήματα. Το πνεύμα ήταν αρχικά ένα πνεύμα με
ανθρώπινη ή ζωώδη μορφή, ένα δαιμόνιο που ερχόταν στον άνθρωπο από έξω. Αλλά το
υλικό μας δείχνει ήδη τα ίχνη μιας εξάπλωσης της συνείδησης που αρχίζει
σταδιακά να καταλαμβάνει αυτή την ασυνείδητη αρχικά περιοχή και μεταμορφώνει
αυτά τα δαιμόνια, τουλάχιστον μερικά, σε εκούσιες πράξεις.
Ο άνθρωπος κατακτά
όχι μόνο τη φύση, αλλά και το πνεύμα, χωρίς να αντιλαμβάνεται τι κάνει.
Ο
φωτισμένος διανοούμενος πιστεύει ίσως ότι διορθώνει μια εσφαλμένη αντίληψη όταν
αναγνωρίζει πως αυτά που νόμιζε για πνεύματα είναι απλά το ανθρώπινο πνεύμα και
τελικά το δικό του το πνεύμα. Όλα τα υπερανθρώπινα πράγματα, είτε καλά είτε
κακά, που οι προηγούμενες εποχές απέδιδαν στα δαιμόνια, μικραίνουν αποκτώντας
«λογικές» διαστάσεις, λες και ήταν καθαρές υπερβολές, έτσι που όλα τώρα
φαίνονται να είναι σε απόλυτη τάξη. Όμως ήταν αυτές οι ομόφωνες πεποιθήσεις του
παρελθόντος πραγματικά και αληθινά μόνο υπερβολές.
Αν δεν ήταν, τότε η
ολοκλήρωση του πνεύματος δε σημαίνει τίποτε λιγότερο από τη δαιμονιοποίησή του,
αφού οι υπερανθρώπινοι πνευματικοί παράγοντες που ήταν παλιότερα δεσμευμάνοι
στη φύση εισάγονται τώρα στην ανθρώπινη φύση, προικίζοντας την έτσι με μια
δύναμη που επεκτείνει τα όρια της προσωπικότητας επ’ άπειρο με έναν τρομερά
επικίνδυνο τρόπο.
Ρωτώ λοιπόν το φωτισμένο ορθολογιστή. Αυτή η λογική σμίκρυνση
των παλιών υπερανθρώπινων στοιχείων οδήγησε σε έναν ωφέλιμο έλεγχο της ύλης και
του πνεύματος; Αυτός θα δείξει περήφανα
τις προόδους της φυσικής και της ιατρικής, την απελευθέρωση του νου από τη
μεσαιωνική ηλιθιότητα και – σαν καλοπροαίρετος Χριστιανός – θα δείξει τη
σωτηρία μας από το φόβο των δαιμόνων. Αλλά εμείς συνεχίζουμε να ρωτάμε.




