Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Ένα ταξίδι στους θεούς των ανθρώπων



Έφτασε η μεγάλη στιγμή, γιε μου, είπε ο πατέρας και στάθηκε, στη μεγάλη πλατεία της πόλης. Κοίταξαν το λιμάνι και τον κόσμο που κάτω από το μεσημεριανό ήλιο έπιναν τα ποτά τους. Κάποιοι από αυτούς κολυμπούσαν. Ήταν καλοκαίρι πια.

Ο πατέρας στάθηκε δίπλα στο μικρό παιδί, του έδειξε τον κόσμο και του είπε: Ο μεγαλύτερος εχθρός για σένα και για τον κάθε άνθρωπο, αυτός που του στερεί την ευτυχία και ταυτόχρονα του ελέγχει τη ζωή, είναι οι ανάγκες του.

Οι άνθρωποι συνήθως θεοποιούν τις ανάγκες τους. Λοιπόν’’, γιε μου, εσύ έχεις μια ανάγκη. Την προβάλλεις προς τα έξω.  Έχεις μια ανάγκη και οι εσωτερικές σου φωνές φωνάζουν μέσα από όλο το Είναι σου, προς όλους τους ανθρώπους, προς όλο το σύμπαν.

Και τι φωνάζουν; Λοιπόν , είπε δείχνοντας του και κάνοντας μια κίνηση με τα δυο του χέρια προς τα έξω, ‘’προβάλεις, εκπέμπεις και έχεις την ανάγκη να σε εκτιμούν. Έχεις άλλη μία ανάγκη να σε δοξάζουν, άλλη μια να σε προσέχουν, άλλη μια να σε αγαπούν, άλλη μια να είσαι επιτυχημένος. Έχεις άλλη μια ανάγκη να σε θαυμάζουν οι άνθρωποι ‘’. Και καθώς ο πατέρας του έλεγε κάθε μια ανάγκη, κουνούσε και τα δυο του χέρια προς τα έξω δείχνοντας με την κίνηση του ότι ο άνθρωπος προβάλλει συνεχώς προς τα έξω όλο το εσωτερικό του ‘’είναι’’ με ο, τι αυτό είναι φορτισμένο. ‘’ Εξωτερικεύεις μια μεγάλη ανάγκη, τις ανάγκες σου.

 Έχεις ανάγκη να είναι όλα δικά σου, έχεις άλλη μια ανάγκη να σε ακούει το παιδί σου, έχεις άλλη μια ανάγκη να γίνεις σωτήρας του χαμένου, έχεις άλλη μια ανάγκη να μιλάς για το παρελθόν σου, έχεις άλλη μια ανάγκη να φωνάζεις ξέρω τούτο, γνωρίζω το άλλο, έχεις μια ανάγκη να αποδείξεις ότι είσαι καλός, έχεις μια άλλη ανάγκη να μη χάσεις τα λεφτά σου, έχεις άλλη μια ανάγκη να βρεις γρήγορα τον ερωτικό σου σύντροφο, έχεις μια ανάγκη να γίνουν όλα γρήγορα.

 Έχεις άλλη μια ανάγκη, όλα να κινούνται γύρω από εσένα, έχεις άλλη μια ανάγκη να ορίζεις τη ζωή λέγοντας αυτό και εκείνο είναι η ζωή, έχεις άλλη μια ανάγκη να πείθεις τον εαυτό σου και τα γύρω από εσένα πόσο αξίζεις. Έχεις άλλη μια ανάγκη να πιστεύεις ότι η ζωή είναι το εργοστάσιο, το φόρεμα, το δίπλωμα σου, το καλλίγραμμο σώμα σου. Έχεις άλλη μια ανάγκη να σε ακούσει ο θεός και ας μην τον άκουσες ποτέ σου εσύ. Έχεις άλλη μια ανάγκη και φωνάζεις: ‘’κάτω αυτός!’’ , λες και ο άλλος που θα έρθει θα είναι καλύτερος. Έχεις άλλη μια ανάγκη να αλλάζει η γυναίκα σου συχνά κόμμωση και ο φίλος σου γραβάτα. Έχεις μια ανάγκη να απαντήσεις στα εσωτερικά σου ‘’γιατί’’ . 

Έχεις μια ανάγκη να ελέγχεις τη ζωή. Έχεις μια ανάγκη να κρίνεις, έχεις μια ανάγκη να εκμηδενίζεις τα πάντα γύρω σου, έχεις μια ανάγκη να τους κάνεις να σε καταλαβαίνουν, έχεις μια ανάγκη να, να, να…’’

Ο πατέρας κουνούσε τα χέρια του προς τα έξω και κατέβαζε λίστες από ανάγκες, σαν να είχε μπροστά του αόρατους πίνακες και τους διάβαζε. Από την ανάγκη του παπά, έως την του βοσκού, από τις μεγάλες και σημαντικές ανάγκες της ζωής, ως τις μικρές και ασήμαντες, από αληθινές και υπαρκτές, έως φανταστικές και ανύπαρκτες και σταματημό δεν είχε.

Μετά από πολλή ώρα σταμάτησε, κοίταξε χαμογελώντας το παιδί στα μάτια και είπε: ‘’ Λοιπόν, γιε μου, εκπέμπεις προς τα έξω όλα αυτά που υπάρχουν στο εσωτερικό σου, κάνεις καλά, καλό είναι, αλλά δεν βρίσκεις τίποτα γιατί όλοι οι άλλοι άνθρωποι διψούν το ίδιο και κανείς δεν έχει τη διάθεση να δώσει.

Τώρα, άκου προσεκτικά την πληρωμή των αναγκών σου’’. Μέτρησε αργά επτά βήματα και στάθηκε απέναντι στο παιδί. Στη συνέχεια, κάνοντας μια κίνηση με τα δυο του χέρια σαν να κρατούσε τη γη άρχισε να μιλά τινάζοντας ρυθμικά τα χέρια του προς το παιδί, που τώρα εισέπραττε μούντζες κατά πρόσωπο.

‘’ Καθώς οι ανάγκες σου εξανεμίστηκαν, διαπιστώνεις πως δεν βρήκες… δεν βρήκες να σε δοξάσουν, δεν βρήκες να σε αγαπούν, δεν βρήκες στη ζωή σου να σε εκτιμούν, δεν βρήκες να σε προσέχουν, δεν βρήκες να σε προσκυνούν, δεν βρήκες, δεν κατάφερες να σε ακούν τα παιδιά σου, δεν κατόρθωσες, δεν βρήκες το μεγάλο έρωτα, δεν βρήκες τις μεγάλες δυνάμεις που κυνηγούσες, δεν βρήκες τη ζωή που ήθελες…’’ και καθώς μιλούσε κατέβαζε τους καταλόγους που είχε προαναφέρει, αντιστρέφοντας τις ανάγκες με το ‘’δεν βρήκες’’.

Το παιδί ένιωθε ζαλισμένο από τις κινήσεις-μούντζες και το ενεργειακό που πετούσε πάνω του. Παραπάτησε προς τα πίσω, νιώθοντας την ανάγκη να τραπεί σε φυγή.

 ‘’Είδες, είπε ο πατέρας του, ‘’να τα αποτελέσματα. Εκπέμπεις ανάγκες, εισπράττεις δεν ‘’βρήκα τίποτα’’ Έτσι γεννιέται μέσα σου η μελαγχολία, το ανικανοποίητο. Στη συνέχεια, για να αντέξεις, δημιουργείς άμυνες που στο σύνολο τους δημιουργούν την αναισθησία.

Πολλοί άνθρωποι περπατούν μέσα στη ζωή τους με αναισθησία, ( Παρουσιάζεται ως ασθένεια κατά την οποία κλείνουν οι πύλες του ανθρώπινου πνεύματος. Μέσα σ΄ αυτή την ασθένεια το ανθρώπινο πνεύμα βιώνει πτώση και υπόκειται στους κοσμικούς νόμους. Τότε στο πνευματικό σώμα του ανθρώπου κυριαρχούν οι φυσικές εντολές της σάρκας.) δεν νιώθουν τη ζωή. Σχεδόν όλοι θεοποιούν τις ανάγκες τους. Η πνευματική τελειότητα του πνευματικού σου σώματος μέσα σε πνεύμα χρηστότητας, είναι η μόνη ανάγκη της ψυχής.

Στάθηκαν στη μέση της πλατείας κοιτάζοντας προς το λιμάνι και την παραλία που απλωνόταν εμπρός τους. Ο πατέρας του παιδιού του έδειξε μια γυναίκα γύρω στα σαράντα της χρόνια και του είπε: ΄΄ 

Πήγαινε και ζήτησέ της να κάνετε έρωτα ΄΄ .

Η γυναίκα καθόταν σε ένα τραπέζι με δυο φίλες της και συζητούσαν ζωηρά. Ήρεμα, το παιδί έφθασε μπροστά της και χαιρέτησε ευγενικά λέγοντας στην παρέα ΄΄ χαίρετε ΄΄. Σταμάτησαν και κοίταξαν όλες απορημένες. Το παιδί στράφηκε σ΄ αυτήν που ο πατέρας του του είχε δείξει και ευγενικά πάλι, είπε: ΄΄ Κυρία, θα ήθελα να κάνω μαζί σας έρωτα ΄΄.

Το παιδί δεν πρόλαβε να καταλάβει τι δεν είχε πάει καλά. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε, συσπάστηκε το κορμί της, τα μάτια της κοκκίνισαν. Δέχτηκε το χαστούκι στο αριστερό του μάγουλο κι ένιωσε το σώμα του να βρίσκεται καταγής, καθώς άκουγε τσιρίγματα και βρισιές αλλόκοτου τύπου. Οι δυο φίλες της παρέας είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια με το πάθημα του παιδιού και με την αγριάδα της φίλης τους.

Το παιδί σηκώθηκε ζαλισμένο κι έφυγε γρήγορα, ακούγοντας πίσω του κατάρες να το συνοδεύουν. Έφτασε στον πατέρα του που τον κοίταζε ανέκφραστα. Διέκρινε μια παγωνιά (Είδος άμυνας στις δυνάμεις που ασκείται από άνθρωπο δυνάμεων, θεληματική σιωπή του εσωτερικού του για να μην χτυπήσει η δύναμη της ανταπόδοσης των δυναμεών του.) στο πρόσωπο του. ΄΄ Λοιπόν, κάνατε έρωτα; ΄΄ Ρώτησε. 

Το εντεκάχρονο παιδί κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. ΄΄ Δεν πειράζει, να ξέρεις πως εάν έχεις αγάπη τίποτα δεν πειράζει. Πειράζει η έλλειψη της αγάπης. Τότε πειραζόμαστε, βρωμίζουμε και δηλητηριάζουμε το δικό μας νερό της ζωής, μολύνουμε τον εσωτερικό μας θεό-διάλογο. Γι΄ αυτό και οι άγιοι σε όλη τη γη συγχωρούν, για να μη βρωμίσουν το δικό τους νερό ζωής. Συγχώρεσέ  την από την καρδιά σου για να μη μολυνθεί το εσωτερικό σου πνεύμα ΄΄ .
Έδειξε στο παιδί μια δεύτερη γυναίκα, όμορφα ντυμένη, η οποία στεκόταν στην προκυμαία του λιμανιού και κοίταζε τη θάλασσα. Έμοιαζε να ονειροπολεί.

΄΄ Πήγαινε και ζήτησέ της να κάνετε έρωτα ΄΄ .

Το παιδί τον κοίταξε κατσούφικα, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε. Στάθηκε δίπλα στη γυναίκα και όταν γύρισε και το κοίταξε, χαιρέτησε ευγενικά και της είπε: ΄΄ Θα ήθελα να κάνω έρωτα μαζί σας ΄΄ .   
Κάτι πρέπει να πήγε κι εδώ στραβά και το παιδί ένιωσε ξαφνικά το σώμα του στο κενό. Χτύπησε άτσαλα στο νερό της θάλασσας. Ο κόσμος μαζεύτηκε κι ένας νεαρός πήδηξε στο νερό κι έπιασε το παιδί. Το παιδί ένιωσε ευγνωμοσύνη γι΄ αυτή την πράξη. ΄΄ Ξέρω κολύμπι ΄΄ , του είπε. Βγήκαν κολυμπώντας παρέα. ΄΄ Για την πράξη σου αυτή, ό, τι εσύ αγαπάς, να σε αγαπά ΄΄ , είπε στο νεαρό. Στάζοντας νερά, έφθασε στον πατέρα του που τον περίμενε στο ίδιο σημείο.

΄΄ Λοιπόν, τι έγινε ΄΄ , ρώτησε αυτός . ΄΄ Κάνατε έρωτα; ΄΄

΄΄ Μπάνιο έκανα, αν και δεν ξέρω τι είναι αυτό που εσύ εδώ λες έρωτα, έκανα μπάνιο για πρώτη φορά με τα ρούχα μου ΄΄ .

΄΄ Στο χώρο της βαθιάς αγάπης και αυτό είναι έρωτας ΄΄ , είπε ο πατέρας του παιδιού και κοίταξε τον κόσμο.

΄΄ Όχι ΄΄ , τραύλισε το παιδί, ΄΄ όχι σε άλλη. Δεν θέλω άλλο έρωτα ΄΄ .

΄΄ Και ο δρόμος σου; Τόσο εύκολα τα παρατάς; Εσύ αποφασίζεις ΄΄.

΄΄ Εντάξει ΄΄, είπε σταθερά το παιδί, ΄΄ η επόμενη ΄΄.

Ο πατέρας του έδειξε μια κοπέλα γύρω στα εικοσιπέντε της χρόνια. Καστανά σγουρά μαλλιά έπεφταν στους ώμους της. Το παιδί ζυγώνοντας την, την κοίταξε. ΄΄ Τι με περιμένει άραγε; ΄΄ αναρωτήθηκε. 

Στάθηκε λίγο μακριά κοιτώντας το ενεργειακό της πεδίο. Ένιωσε μια συμπάθεια γι΄ αυτήν. Καθόταν μ΄ ένα νεαρό που έδειχνε γύρω στα τριάντα δύο του χρόνια ή και λίγο παραπάνω. Χαιρέτισε ευγενικά το ζευγάρι. Η κοπέλα ανταπέδωσε το χαιρετισμό. Ο νεαρός δίπλα της, όχι. Το παιδί πήρε μια βαθιά ανάσα, μίλησε ήρεμα και απαλά. ΄΄  Θέλω να κάνουμε έρωτα ΄΄ , είπε στην κοπέλα.

Η κοπέλα το κοίταξε μένοντας άναυδη. Ύστερα ξέσπασε σε γέλια. ΄΄ Υπέροχος είσαι ΄΄ , του είπε και άπλωσε τα χέρια της. Αγκάλιασε χαρούμενη το εντεκάχρονο παιδί, σφίγγοντας το πάνω της και χαϊδεύοντας του το κεφάλι.

Ο άντρας απέναντί της αντέδρασε. ΄΄ Τι κάνεις εκεί ΄΄ , της είπε.

΄΄ Έρωτα ΄΄ , του είπε αυτή, σφίγγοντας πιο πολύ το παιδί στην αγκαλιά της.

Ενοχλημένος αυτός είπε ΄΄ έλα, φτάνει ΄΄ .

Η κοπέλα γέλασε. ΄΄ Θέλω κι άλλο, είναι τόσο αληθινό! Βλέπεις πόσο σιωπηλός είναι μέσα του; Μήπως ζηλεύεις; ΄΄ τον ρώτησε.

Πριν απαντήσει ο άντρας, το παιδί τραβήχτηκε από την αγκαλιά της κοπέλας και αγγίζοντας τα μαλλιά της τής είπε: 

΄΄ Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ· Όμως μην μαλώνετε, φεύγω ΄΄.

΄΄ Ούτε κι εγώ θα σε ξεχάσω ποτέ ΄΄, είπε η κοπέλα γεμάτη χαρά…  


Βιβλιογραφία
Παναγιώτης Παναγόπουλος ΑΕΝΑΟΝ Φυσικός στο φως.          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου