Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Τύχη – ατυχία




Άνθρωπε όποιος κι αν είσαι, ό, τι κι αν είσαι, είναι ο κατάλληλος καιρός να ξεκινήσεις ένα ταξίδι σε ένα καινούργιο ορίζοντα. Σε έναν ορίζοντα που θα φανερώσει σε σένα ένα απέραντο χάραμα στο πνευματικό σου ΄΄ είναι ΄΄ . Η ατελείωτη λάμψη της ζωής θα σε αγκαλιάσει και θα ξεκινήσει όταν όλα όσα σου έχουν πει-και έχεις μάθει στον εαυτό σου – θα αδυνατούν να εμποδίσουν την εξέλιξη του υπέροχου που μέσα σου φέρεις. Τότε οι πόρτες της ζωής, ολάνοιχτες, θα στέκουν εμπρός σου και η χαρά είναι μεγάλη.
Η ίδια η ζωή προσπαθεί με πολλούς τρόπους να σε φέρει στη χαρά του ΄΄ ελεύθερου ΄΄ ανθρώπου. Κι όμως και εσύ και πολλοί άλλοι, εμμένετε σε μία εσωτερική αντίσταση, αρνούμενη τα υπέροχα δώρα της.
Ένας πατέρας αφηγείται αυτή την ιστορία στον εφτάχρονο γιο του. ΄΄ Τι είναι άραγε τύχη, τι είναι ατυχία ΄΄.

Σε ένα μικρό χωριό, ο μπαρμπα-Σαλμών όργωνε το χωράφι του μαζί με το γιο του, ένα νεαρό παλικάρι.  Στο τέλος της ημέρας, καθώς μάζευαν τα πράγματα για να επιστρέψουν στο σπίτι, άπειρος ο γιος του μπαρμπα-Σαλμών, έλυσε τα χάμουρα του αλόγου χωρίς πρώτα να του περάσει το χαλινό. Το άλογο, βρίσκοντας στιγμιαία την ευκαιρία, τινάχτηκε μπροστά λεύτερο, καλπάζοντας προς τα απέραντα βουνά, γιατί βλέπεις το άλογο έχει ένα μόνο χαλινό, ενώ ο άνθρωπος έχει χιλιάδες χάμουρα και χαλινά (1) κραταιάς δύναμης που τον ελέγχουν.

Τώρα το άλογο του μπαρμπα – Σαλμών κάλπαζε ασυγκράτητο, ελεύθερο στην πλαγιά, χανόταν μέσα στα απέραντα βουνά, αφήνοντας πίσω του το γιο του μπαρμπα – Σαλμών να χτυπιέται, να βρίζει και να καταριέται που έχασε το άλογό του.

Έχασα το άλογό μου, φώναζε, πάει η  ζωή μου. Πόσοι νεκροί λόγοι φεύγουν κάθε στιγμή από το στόμα των ανθρώπων και μολύνουν όλες τους τις δυνάμεις…

Λίγο πιο πέρα ο μπαρμπα-Σαλμών κοιτούσε με ήρεμα μάτια το άλογό του να χάνεται στα απέραντα άγρια βουνά. Θαύμασε μέσα του τη χαρά της ελευθερίας. Όταν το άλογο χάθηκε στα βουνά, γύρισε στο γιο του που παράδερνε και τον ρώτησε ήρεμα: Γιατί κάνεις έτσι;.

Μα, δεν βλέπεις, του φώναξε ο νέος, καλύτερα να έχανα τη ζωή μου, παρά το άλογό μου. Καταραμένε διάβολε, τι θα κάνω τώρα; Πολλές φορές οι άνθρωποι σαν μαύροι μάγοι αναμασούν κακές ευχές για τον εαυτό τους και τους γύρω τους…

Ο μπαρμπα-Σαλμών γύρισε και είπε ήρεμα στο γιο του: Γιε μου, είναι καλό να μάθεις τι είναι τύχη, τι είναι ατυχία και σκύβοντας είπε σιγανά: Καλύτερα η ζωή μου, παρά το άλογο μου, επαναλαμβάνοντάς το φορές εννιά.
Τώρα, όλα τα πράγματα τους έμειναν στο χωράφι. Το κάρο με τους σπόρους, το αλέτρι, η κουλούρα και καθετί που είχαν. Αδύνατον να τα μεταφέρεις στους ώμους. Θα μας τα κλέψουν κι αυτά, είπε ο γιος στον πατέρα του.

Ναι, μπορεί, απάντησε αυτός, πράγματι, μπορεί να μας τα κλέψουν, μπορεί και να μη μας τα κλέψουν, μπορεί να είναι τύχη, μπορεί να είναι ατυχία. Μα ο γιος του ήταν βυθισμένος στον προσωπικό του πόνο και όταν είσαι αφώτιστος και στον πόνο δεν μπορείς να ακούσεις τη σοφία. Γι΄ αυτό οι άνθρωποι δεν κατανοούν τη σοφία. Γιατί το καλό που γνωρίζουν το κρατούν συχνά στα όρια του Εγώ τους.

Έφτασαν στο χωριό με το γιο του μπαρμπα-Σαλμών να βρίζει , να ωρύεται και να χτυπιέται για την καταραμένη και διαβολική ατυχία που είχε, να χάσει το άλογό του. Ήρθαν κοντά τους τρέχοντας οι συγχωριανοί, ρωτώντας τους τι έγινε και προσπαθώντας παράλληλα να τους παρηγορήσουν: Τι ατυχία παιδί μου, αδύνατον να βρεις τώρα το άλογό σου. Πάει τώρα, μεγάλη ζημιά έπαθες. Μα, πώς έγινε;

Ο γιος του μπαρμπα-Σαλμών συνέχισε να εξηγεί και να επαναλαμβάνει πώς συνέβη και του ξέφυγε το άλογό του, γιατί οι άνθρωποι έχουν μιαν ανάγκη, την ανάγκη να επαναλαμβάνουν και να λένε. Έτσι, κουβαλάνε στην πλάτη τους  σαν φέρετρο το παρελθόν τους και συνθλίβουν το παρόν τους.

Και τώρα, συνέχισε ο γιος του μπαρμπα-Σαλμών, θα μου κλέψουν το κάρο, θα μου κλέψουν και τους καρπούς. Ασταμάτητος ο νους και το στόμα των ανθρώπων σε υποθέσεις συμφορών. Όλα μου τα εργαλεία είναι στο χωράφι, έλεγε και ξανάλεγε και θα μου χαθούν. Και οι χωρικοί συμφωνούσαν, γιατί οι άνθρωποι έχουν μια ικανότητα, συνήθεια αδιόρθωτη, να εκφέρουν για τον εαυτό τους και για όλους τους γύρω τους και τους γνωστούς τους μελλοντολογίες βλαβερής φύσης και ουσίας.

Καθώς οι χωρικοί προσπαθούσαν να συμπαρασταθούν στον μπαρμπα-Σαλμών, λέγοντας του: Τι ατυχία, τι κακό σας βρήκε, αλλά κουράγιο, αυτά έχει η ζωή, αυτός τους απάντησε: Ανόητοι, πότε θα μάθετε τι είναι τύχη, πότε θα δείτε τι είναι ατυχία.

Ε…, είπαν οι χωριανοί, από τον πόνο του τα λέει. Έχει πληγωθεί, μην τον παρεξηγείτε. Γιατί ό, τι οι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν, το δικαιολογούν όπως αυτούς τους βολεύει.

Η επόμενη μέρα βρήκε το γιο του μπαρμπα- Σαλμών χωρίς δουλειά. Πού να πας χωρίς άλογο… Η έλλειψη αυτή ήταν σοβαρή. Όπως και σήμερα που κάθε σοβαρή έλλειψη μας ταράζει. Ο μπαρμπα-Σαλμών ξύπνησε πρωί και πριν ακόμη βγει ο ήλιος, κάθισε στην πλατεία του χωριού. Εσύ που αναζητάς τη ζωή, μάθε να ζεις φανερά, σαν να σε βλέπουν όλοι. Να υπάρχεις και να συμπεριφέρεσαι κάθε στιγμή της ζωής σου, όπως ο φιλοξενούμενος στο σπίτι που φιλοξενείται. Είχε βάλει ένα τραπέζι εμπρός στην καρέκλα που καθόταν, και ατένιζε τα απέραντα βουνά, όπου την προηγούμενη μέρα είχε χαθεί το άλογό του.

Οι χωρικοί τον είδαν να κάθεται έτσι και να κοιτάζει τα βουνά και είπαν μεταξύ τους: Τον καημένο τον μπαρμπα-Σαλμών, δεν θα μπορέσει να το ξεπεράσει. Έχασε ό, τι καλύτερο είχε! Έχασε το καλύτερο άλογό του. Τώρα έχασε τη ζωή του. Και πήγαιναν κοντά του παρηγορώντας τον: Κουράγιο μπαρμπα-Σαλμών, ησύχασε. Και αυτός απαντούσε σε όλους το ίδιο: Ανόητοι πότε θα καταλάβετε τι είναι τύχη, επιτέλους πότε θα μάθετε τι είναι ατυχία;

Οι μέρες κυλούσαν και ο μπαρμπα-Σαλμών ήταν κάθε μέρα εκεί στην πλατεία, κοιτάζοντας τα απέραντα βουνά, όπου το άλογό του είχε χαθεί, από το ξημέρωμα έως αργά το βράδυ που ξάπλωνε σπίτι του. Και την επομένη μέρα τα ίδια, πάλι από την αρχή. Τώρα όλο το χωριό κρυφομιλούσε: τον δόλιο, πάει, έχασε το λογισμό του. Κοιτάζει σαν χαμένος τα βουνά και όλο λέει τι είναι τύχη, τι είναι ατυχία. Είναι να μη σε βρει το κακό. Πάει, σάλεψε. Και προσπαθούσαν να τον κάνουν να φύγει από την πλατεία, να ησυχάσει, να ξεχάσει το σκοπό του, να γλιτώσει από την τρέλα.

Γιατί, όταν είσαι στην αλήθεια της ζωής, τότε όλα γύρω σου θα σε χτυπούν να ξεχάσεις το σκοπό της ζωής σου.

Την έβδομη μέρα οι χωριανοί είδαν τον μπαρμπα-Σαλμών να στέκεται όρθιος, με το δεξί του χέρι υψωμένο ψηλά και το αριστερό του χέρι οριζόντια δίπλα του. Τον κοιτούσαν γεμάτοι δέος. Ένιωθαν ότι κάτι θα συμβεί, όπως πριν από μια μεγάλη μπόρα, που η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα στέκει σε μια άπνοια και ευθύς ξεσπάει η καταιγίδα.

Στην απέραντη ησυχία του χωριού ακούστηκε γρήγορο ποδοβολητό αλόγων. Ο κραδασμός, η δόνηση του ποδοβολητού, ακούγεται μίλια μακριά, επειδή δεν είναι σύμφωνος προς τους δονητικούς κύκλους της γης. Έτσι και οι πρώτοι λόγοι της προσευχής συνταράσσουν τους κατώτερους λόγους που κρύβονται στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Γυρίζοντας προς τα βουνά, οι χωριανοί, είδαν ένα κοπάδι αλόγων να έρχεται καλπάζοντας προς το χωριό και όλοι τους, εμπρός από το κοπάδι, γνώρισαν το άλογο του μπαρμα-Σαλμών, που κάλπαζε οδηγώντας το κοπάδι προς το χωριό, ώσπου έφτασε στο στάβλο του.

Το άλογο οδηγός μπήκε μέσα στο στάβλο και μαζί του ακολούθησε όλο το κοπάδι, επτά άλογα. Τρέχοντας ο γιος του μπαρμπα-Σαλμών έκλεισε, μαντάλωσε την πόρτα του στάβλου, παγιδεύοντας το κοπάδι με τα άλογα μέσα· ενώ τα δικά σου άλογα, των δικών σου δυνάμεων, παραμένουν ανεξέλεγκτα.
Οι χωριανοί έτρεξαν όλοι μαζί μέσα στο στάβλο. Μέτρησαν επτά καινούρια άλογα και ένα του μπαρμπα-Σαλμών, οκτώ. (2) Οκτώ ζωές, έχω οκτώ ζωές, φώναζε χοροπηδώντας γεμάτος χαρά ο γιος του μπαρμπα-Σαλμών. Οκτώ ζωές, ευχαριστώ θεία τύχη. Και οι χωρικοί χαίρονταν μαζί του. Βέβαια, ζήλευαν μέσα τους, αλλά δεν το έδειχναν. Και όμως, κανείς τους δεν γνώριζε για την όγδοη μέρα, την προσμονή των όντων.

Κάποιοι έτρεξαν γεμάτοι χαρά στον μπαρμπα-Σαλμών, φωνάζοντάς του: Μη στεναχωριέσαι, έχεις τώρα οκτώ άλογα. Αυτός απάντησε: Ανόητοι, πότε θα μάθετε τι είναι τύχη, τι είναι ατυχία και πότε θα σταματήσετε να μετράτε τη ζωή με αριθμούς; Μήπως οι αριθμοί θα γεμίσουν την καρδιά σας;

Και όλοι οι χωριανοί είπαν μεταξύ τους: Τον είδες, δεν δείχνει τη χαρά του, μπας και του ζητήσουμε κι εμείς κανένα άλογο, να κάνουμε τη δουλειά μας, λες και θα του το φάμε. Τα λέει αυτά για να μην έχει υποχρέωση. Γι΄ αυτό και δεν ζητούσε να του δανείσουμε άλογο, όταν δεν είχε να κάνει τη δουλειά του. Αν μας ζητούσε… εμείς θα του δίναμε.

Πέρασαν μέρες επτά και ο γιος του μπαρμπα-Σαλμών άρχισε να εκπαιδεύει τα άγρια άλογα. Είναι πράγματι δύσκολο να εκπαιδεύσεις άγριο άλογο, γιατί οι μεγάλες δυνάμεις απαιτούν και δυνατό εκπαιδευτή-καβαλάρη.

Είχαν περάσει άλλες επτά μέρες, όταν ο γιος του μπαρμπα-Σαλμών εκπαίδευε το τρίτο άλογο. Βλέπεις, τα δυο πρώτα άλογα είναι εύκολα στην εκπαίδευση. Και ενώ εκπαίδευε το τρίτο άλογο, αυτό σε μια στιγμή τον πέταξε από τη σέλα του, τινάζοντας τον εννέα μέτρα μακριά. Έπεσε στο χώμα, χτυπώντας χέρια, πόδια, ουρλιάζοντας από τους πόνους.

Έτρεξαν κοντά του οι χωριανοί να τον βοηθήσουν και αυτός φώναζε, καταριόταν κι έβριζε το άλογο, καταριόταν την τύχη του και αυτοί συμφωνούσαν μαζί του: Το καταραμένο το άλογο, τον σκότωσε τον άνθρωπο, έλεγαν, γιατί οι άνθρωποι λένε… μη μπορώντας να διακρίνουν τη Θεία Εύνοια μέσα στις δυσκολίες της ζωής.

Ο μπαρμπα-Σαλμών μπήκε στον περιφραγμένο χώρο, έπιασε το άλογο από τα χάμουρα, έβγαλε τη σέλα από την πλάτη του και οδήγησε το ζώο προς την πόρτα. Ένας χωρικός, καθώς τον είδε, κατάλαβε, διάβασε τη σκέψη του και τι επρόκειτο να κάνει. Οι άνθρωποι ρωτούν τι είναι τηλεπάθεια.

Τι πας να κάνεις εκεί, φώναξε, σου σκότωσε το γιο, σκότωσέ το, το καταραμένο, σκότωσέ το. Ο μπαρμπα-Σαλμών άνοιξε την πόρτα. Ελευθέρωσε τα χάμουρα του ζώου αφήνοντας το να φύγει. Καλπάζοντας αυτό ελεύθερο, έτρεξε στα δικά του βουνά.

Όλοι οι άνθρωποι ξέρουν να τιμωρούν. Δεν ξέρουν να ελευθερώνουν… Διψούν την ελευθερία, τη χαρά, τη συγχώρεση, αλλά συνήθως ξεχνούν να τα προσφέρουν…

Ο μπαρμπα-Σαλμών μετέφερε μαζί με τους χωριανούς το χτυπημένο του γιο στο σπίτι. Άρχισε να του δένει τα χτυπήματα, με πρακτικό τρόπο που γνώριζε, γιατί τότε δεν υπήρχαν γιατροί, παρά οι ονομαζόμενοι πρακτικοί.

Πάει, έλεγαν οι χωριανοί συναμεταξύ τους, θα μείνει σακάτης το παιδί του, χτύπησε πολύ. Είχε μείνει και ο τάδε, όταν τον έριξε το άλογό του στο ρέμα. Ο μπαρμπα-Σαλμών έβγαλε γρήγορα τους χωριανούς έξω από το σπίτι, γιατί δεν ήθελε οι λόγοι τους και οι αρνητικές ενέργειές τους να φορτίζουν το νεαρό γιο του, που από το χτύπημα, οι συναισθηματικές πύλες του ήταν ανοιχτές.

Από εκείνη τη στιγμή δεν άφηνε κανένα να μπει στο σπίτι του. Γιατί είναι μεγάλη σοφία την κατάλληλη στιγμή να αποκόπτεσαι, έστω και έτσι, από όλους εκείνους τους λόγους που έχουν αρνητικά φορτία

Οι χωριανοί στο καφενείο τον ρωτούσαν πώς πάει η υγεία του γιου του και αυτός απαντούσε: μάλλον πηγαίνει καλά, ο καιρός θα δείξει. Τι είναι άραγε τύχη, τι είναι άραγε ατυχία;

Και γιατί δεν μας αφήνεις να τον επισκεφθούμε, να του δώσουμε λίγο κουράγιο; Τον ρώτησαν. Κουράγιο, ξέρετε να δίνετε και έχετε να δώσετε στο γιο μου και στον κάθε άνθρωπο γύρω σας, στον εαυτό σας δεν δίνετε, για σας δεν έχετε λόγους παρηγορητικούς ή μήπως έχετε και απλός δεν το ξέρετε; Είναι άραγε και αυτό τύχη, είναι άραγε και αυτό ατυχία;

Πέρασαν σαράντα δύο ημέρες και στο χωριό ήρθε ο στρατός και πήρε όλους τους νέους από σαράντα δύο ετών και κάτω για τον πόλεμο. Τώρα στο χωριό έμειναν μόνο γέροι και γυναίκες. Στο καφενείο όλοι έλεγαν του μπαρμα-Σαλμών: Αχ, τι τυχερός που είσαι, το δικό σου παιδί, δεν το πήραν στον πόλεμο, το έχεις κοντά σου. Δεν πειράζει, που δεν είναι καλά και δεν μπορεί να περπατήσει. Είναι τουλάχιστον κοντά σου. Και ο μπαρμπα-Σαλμών πάλι τους είπε το ίδιο: Άραγε πότε θα μάθετε τι είναι τύχη, άραγε πότε θα μάθετε τι είναι ατυχία. Ναι καλά, πετάχτηκε ένας λέγοντας του, τώρα μας κοροϊδεύεις. Παίζεις με το πόνο μας. Εσένα το παιδί σου είναι κοντά σου. Και όλοι συμφώνησαν μαζί του, χωρίς βαθύτερη σκέψη.

Πέρασε λίγος καιρός, ώσπου στο χωριό έφτασε μια δυσάρεστη είδηση. Όλοι όσοι είχαν πάει στον πόλεμο σκοτώθηκαν στην πρώτη μάχη. Ε, στην αρχή σχεδόν πάντα σκοτώνεσαι. Είναι η απειρία… του πρωτάρη. Ο ενθουσιασμός του, μυστικός θεός, τον ανεβάζει ψηλά, του δίνει μεγάλη ώθηση, τον κάνει να αισθάνεται δυνατός… για να είναι η συντριβή του μεγαλύτερη…

Όλο το χωριό θρηνούσε. Στο καφενείο όλοι συζητούσαν τον πόνο τους και ο ένας προσπαθούσε να παρηγορήσει τον άλλον. Έφτασε και ο μπαρμα-Σαλμών. Κάθισε στο καφενείο, μα δεν είπε σε κανέναν τίποτε. Όλο το εσωτερικό του ήταν σε βαθιά σιωπή. Χωρίς να μιλά, άκουγε καθετί που έλεγαν. Σε μια στιγμή πετάχτηκε ένας χωριανός, λέγοντάς του: Μα τι σόι άκαρδος άνθρωπος είσαι εσύ, ούτε μία συγχώρεση δεν μας είπες.

Το είπα χίλιες φορές στην ψυχή του καθενός που έφυγε από αυτό το χωριό, απάντησε ο μπαρμα-Σαλμών, σεν το είπα στη λογική σας, γιατί αυτή σκοτώνει την ψυχή σας. Εσύ με λες άκαρδο. Εσύ το είπες. Ο Θεός να φωτίσει τις ψυχές όλων αυτών που κήρυξαν τον πόλεμο αυτό και όποιο πόλεμο κι αν κηρύττουν, αλλά και να φωτίσει τις τυφλές λογικές τους, να μην επαναλαμβάνουν αιωνίως το ίδιο λάθος.

Και οι δικές σας λογικές, άνθρωποι, να κοιτάξουν και να δουν ότι κανείς δεν κέρδισε τίποτε από αυτό που ορίζεται ως τύχη και ατυχία, δικό μου και δικό σου, συμφέρον μου, συμφέρον σου…

Ε, λοιπόν, αυτός είναι φλύαρος και μας κάνει και το σοφό. Μας λέει ότι φταίμε κιόλας. Μην του ξαναμιλήσει κανένας πια. Ούτε στον πόνο αυτός δεν σιωπά, είπε εξαγριωμένος ο χωρικός. Και οι χωρικοί δέχτηκαν τα λόγια του και έπαψαν να μιλούν στο μπαρμπα-Σαλμών για τη θρασύτητά του, για την ακαρδία του, για το ότι δεν τους συλλυπήθηκε, όπως εκείνοι ήθελαν.

Πέρασαν έξι χρόνια και ο πόλεμος τελείωσε.(9) Πρόσεχε αυτό: Έξι χρόνια και ο πόλεμος τελείωσε. Η ζωή άρχισε να κυλά στο δικό της ρυθμό.

Είχαν περάσει τώρα σαράντα δύο ημέρες μετά το τέλος του πολέμου και ο γιος του μπαρμπα-Σαλμών έκανε τα πρώτα του βήματα υποστηριζόμενος με πατερίτσες.

Έτσι μοιάζει η καινούργια αρχή εμπρός μας, όταν μας αποκαλύπτεται η αλήθεια της ζωής. Γι΄ αυτό, όταν μας αφαιρούνται τα υποστηρίγματα που στηρίζουμε τον εαυτό μας, αισθανόμαστε ότι χανόμαστε, αισθανόμαστε ότι ο Θεός είναι σκληρός με εμάς. Κι όμως, η Ζωή θέλει να μας μάθει να ζούμε χωρίς να στηριζόμαστε σε νεκρούς πασσάλους…

Ήταν τότε, που ο γιος του μπαρμπα-Σαλμών τελείως καλά, άρχισε να οργώνει για την καινούργια σπορά, να οργώνει όλων τα χωράφια. Άρχισε να φροντίζει όλων τα δέντρα, τα αμπέλια. Ήταν έξυπνο μυαλό(10). Και έφτιαξε ένα φράγμα, και έτσι πότιζε όλων τα χωράφια.
Άρχισε να παίρνει εργάτες για τις καινούριες σοδειές. Μα είχε φορτωθεί στην πλάτη του και την έγνοια να φροντίζει για όλους τους χωρικούς. Είχε γίνει ο πατέρας των γερόντων, πρόσεχε να μην τους λείψει τίποτε. Έκανε ό,τι καλύτερο περνούσε από τα χέρια του. Στο καφενείο οι γέροι έλεγαν στον μπαρμπα-Σαλμών: Ευτυχώς που έμεινε ζωντανός ο γιος σου και φροντίζει για όλους μας. Εάν έμενε οποιοσδήποτε από τους γιους μας, μπορεί να μη φρόντιζε ούτε εμάς τους ίδιους. Μήπως αυτό δεν συμβαίνει συνήθως; Και αυτός τους απαντούσε: Επιτέλους, πότε θα μάθετε, πότε θα εννοήσετε τι είναι τύχη και τι είναι ατυχία;

Ε! , έλεγαν οι χωριανοί, τι να πει, από ευγένεια τα λέει.

Το βράδυ, καθώς επέστρεφε ο γιος του μπαρμπα-Σαλμών κουρασμένος από τις φροντίδες και τις αγωνίες της ημέρας, καθώς καθόταν να φάει, έλεγε: Καλύτερα, λοιπόν, να είχα πάει κι εγώ στον πόλεμο, καλύτερα να είχα σκοτωθεί κι εγώ μαζί με τους άλλους, παρά να είμαι εδώ και να έχω στην πλάτη μου ένα χωριό, ολόκληρο, γηροκομείο, να τους φροντίζω. Και γεμάτος αγανάκτηση έλεγε και ξανάλεγε: Καλύτερα να είχα πάει κι εγώ, καλύτερα να είχα σκοτωθεί.

Ο μπαρμπα-Σαλμών τον κοίταζε και σκεφτόταν: Δεν βλέπει ο καημένος ότι δεν τον υποχρεώνει κανείς να κάνει ό,τι κάνει; Αλλά με δώδεκα κεφάλια γίνεται να ζεις; (11)Δεν βλέπει που έχει όλων τα χωράφια, τα δέντρα, τα αμπέλια, τα ζώα; Δεν βλέπει ότι με αυτά που κάνει κέρδισε όλων την αγάπη; Δεν βλέπει που όλοι λένε καλά λόγια γι΄αυτόν; Δεν ξέρει πως, αν αύριο φύγει, η στέρηση αυτού του σεβασμού που τώρα απολαμβάνει και τον γεμίζει με δύναμη, θα αποβεί σε αυτόν κενότητα;

Επιτέλους, γιε μου, είπε ο μπαρμπα-Σαλμών, διακόπτοντας το γιο του που παραπονιόταν. Πότε θα μάθεις τι είναι τύχη, τι είναι ατυχία; Θέλει δύναμη να είσαι ευτυχισμένος. Οι πιο πολλοί αρκούνται στην πνευματική δυστυχία τους. Ο γογγυσμός σου διώχνει εκείνη τη δύναμη που σου χρειάζεται. Χωρίς φτερά, αϊτός δεν πετά στα ύψη, χωρίς αγάπη, καρδιά δεν γνωρίζει τη ζωή. Αυτός τον κοίταξε για μια στιγμή απορημένος και ο μπαρμπα-Σαλμών του είπε: Κάποτε ένα δωδεκάχρονο παιδί θα σου δείξει τι είναι τύχη, τι είναι ατυχία και τότε, ίσως ζήσεις.

Άντε παράτα με και εσύ, αντιμίλησε ο γιος του, αποπαίρνοντας τον. Δεν ξέρεις τίποτε άλλο να λες, παρά μόνο τι είναι τύχη, τι είναι ατυχία. Μας ζάλισες. Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ τα γνωστά σου. Ψευτοποιητή, πάντα το ίδιο, τι είναι τύχη και τι είναι ατυχία. Ατυχία είναι η βλακεία που κουβαλάς στο κεφάλι σου, είπε αγανακτισμένος στον πατέρα του.

Ο μπαρμπα-Σαλμών έσκυψε το κεφάλι του. Να μην κυβερνά τη ζωή σου ο άλλος σου. Τώρα είσαι θυμωμένος παιδί μου κι ο θυμός δεν εργάζεται την αρετή, στερείται της σοφίας κι αυτά που κατηγορεί, αυτόματα, αυτά έχει πράξει. Έστω κι έτσι, ευχαριστώ για όσα ζήσαμε μαζί. Καιρός να φύγω, είπε, πηγαίνοντας στο δωμάτιο του. Μα ο γιος του, θυμωμένος, δεν άκουσε ούτε τα λόγια του, ούτε το ευχαριστώ του.
Την επόμενη το πρωί, ενώ συνήθιζε να ξυπνά πριν το χάραγμα, ο μπαρμπα-Σαλμών, όταν σηκώθηκε ήταν σχεδόν μεσημέρι. Τη δεύτερη ημέρα, δεν σηκώθηκε καν. Την Τρίτη ημέρα ψηνόταν στον πυρετό και ο γιος έκανε ό, τι καλύτερο μπορούσε γι΄ αυτόν. Μα δεν μιλούσε καν. Φαινόταν να έχει χάσει τη φωνή του.

Ο γιατρός είπε: Δεν βρίσκω κάτι, παιδί μου, ίσως τα βαθιά του γεράματα. Την έβδομη ημέρα ο μπαρμπα-Σαλμών πέθαινε… Εκεί που ξεψυχούσε, κάποιος από τους χωρικούς που είχαν μαζευτεί είπε: Κάντε ησυχία, ήρθε η ψυχή να τον πάρει! (12). Και, την τελευταία στιγμή, όλοι είδαν το βλέμμα του μπαρμπα-Σαλμών να γυρνά πάνω σε αυτόν που μίλησε. Και στο βλέμμα του όλοι είδαν και εννόησαν αυτό που θα ήθελε να πει, μα δεν μπορούσε πια: Ανόητε, ακόμη δεν έμαθες τι είναι τύχη και τι είναι ατυχία.

Ο  μπαρμπα-Σαλμών πέθανε. Κάποιος, την ώρα που τον έθαβαν, είπε στον διπλανό του: Στη ζωή του ανθρώπου αυτού, ακόμη και τα χειρότερα γεγονότα, στο τέλος του έβγαιναν σε καλό.

Τι είναι τύχη, τι είναι ατυχία, του απάντησε με νόημα ο άλλος.


Γνωρίζω εδώ ότι το πνεύμα της αντιλογίας θα υπερασπίσει τις δυνάμεις του, γνωρίζοντας ότι ο λόγος είναι δύναμη και μάλιστα από της μεγαλύτερες δυνάμεις. Και βέβαια τρέμει τον άνθρωπο που έχει αυτή την επίγνωση. Μάλιστα, όταν αυτός ο άνθρωπος μεταδίδει την επίγνωση αυτή στους συνανθρώπους του, χωρίς διάκριση, να μπορεί να κοιτάξει ο κάθε ένας από μας στο έσω εσωτερικό του Είναι, βλέποντας έτσι την κάθε δύναμη που κυριαρχεί και στο δικό του εσωτερικό λόγο και στον οποιονδήποτε έρχεται σε επαφή. Ας το έχουμε αυτό υπόψη μας, διότι το πνεύμα της αντιλογίας θα κάνει οτιδήποτε για να μην δοθεί αυτή η γνώση στους ανθρώπους.

Κάθε πράξη, σκέψη, επινόηση, διδασκαλία, μέγεθος, σύστημα, όραμα, νόμοι γραφτοί και άγραφοι, όλα εκείνα που υπάρχουν και ενεργούν στον άνθρωπο είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά, είτε μεμονωμένα είτε συνολικά, είτε φανερά είτε κρυφά και εν γένει ό, τι περιορίζει, μειώνει, λερώνει και πληγώνει το ανθρώπινο μεγαλείο, αυτό είναι ανθρωποκτόνο και έργο του πνεύματος της αντιλογίας.
 


1)      Χάμουρα και χαλινά: Χάμουρα είναι το σύνολο των εξαρτημάτων που τοποθετούνται στα υποζύγια όταν θέλει κάποιος να τα ιππεύσει, να τα ζέψει ή να τα φορτώσει. Χαλινό είναι το εξάρτημα εκείνο που μας επιτρέπει να κυβερνούμε το ζώο. Στις ανθρώπινες δυνάμεις χάμουρα λέμε εκείνες τις βάσεις που θέτει μέσα στις δυνάμεις μας ο εχθρός, ορατός και αόρατος και από εκεί, άνετα, μας κυβερνά, παίρνοντας στα χέρια του τα χαλινά της ύπαρξής μας, δηλαδή το νοητικό χειριστήριό μας, το ελεύθερο της θέλησής μας τον λάτρη της ψυχής μας.
2)     Οκτώ άλογα: Είναι οι εντολές του πνευματικού μας σώματος.
3)    Σε όλα τα ανθρώπινα ο χρόνος που θα τελειώσουν είναι κοντά. Ο πνευματικός πόλεμος όμως, στο χρόνο της εδώ ζωής, δεν τελειώνει ποτέ, όπως κουτά νομίζουν κάποιοι και αυτό γιατί ο άνθρωπος αγωνίζεται όλοι του τη ζωή, μέχρι την τελευταία στιγμή για να κατακτήσει την αιώνια ζωή, τη δόξα, την ομορφιά.
4)   Όσο εύστροφος κι αν είναι όταν στερείται Πνεύμα τα έργα που κάνει δεν τα υποκινεί η Αγάπη κι αυτό συνήθως οδηγεί στην καταστροφή του.
5)    Γνωρίζει τα σαμάρια και εδώ αναφέρεται σε αυτό που κυριαρχεί στο γιο του. Πρόκειται για τον εσωτερικό κριτή του τέταρτου σαμαριού. Τέταρτο Σαμάρι η Οχιά.
6)     Ήρθε η ψυχή να τον πάρει: Σχήμα λόγου που θέλει να δείξει πως εκείνη τη στιγμή η ψυχή υποτάσσει την ολότητα της στον εσωτερικό άνθρωπο που ο άνθρωπος απέκτησε στο χρόνο της εδώ ζωής του.             


Οποιοδήποτε περιεχόμενο στον Παρόντα Δικτυακό Τόπο έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα, δεν συνιστά, ούτε δύναται να ερμηνευθεί ότι συνιστά ή υποκαθιστά συμβουλή ιατρικής φύσης, για την οποία οφείλετε και σας συστήνεται να απευθύνεστε σε αρμόδιο επαγγελματία υγείας.
      
 Βιβλιογραφία: ΑΕΝΑΟΝ Φυσικός στο φως

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου