Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Ισαάκ Σούσης: Το πραγματικά πολιτικό τραγούδι της εποχής μας είναι ο Παντελίδης



Στιχουργός ορατών τε πάντων  και αοράτων, χειμαρρώδης στη σκέψη και τη συνομιλία, ο Ισαάκ Σούσης μόνο «Αμίλητο νερό» δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Αφορμή για τη συνέντευξη η παράσταση «Αόρατη πόλη» τη προσεχή Κυριακή, όπου το τιμώμενο πρόσωπο θα είναι ο λόγος του. Ένας λόγος που έχει λόγο να λέγεται...


Όταν σου τηλεφώνησα για να ορίσουμε τη συνέντευξη, εκτός της επικαιρότητάς της, σου είπα οτι σκοπός μου είναι να συνομιλήσω «σήμερα» με έναν «επαγγελματία στιχουργό». Αποδέχεσαι αυτόν τον προσδιορισμό;

Δεν είμαι επαγγελματίας στιχουργός γιατί δεν είμαι στιχουργός εκ προμελέτης. Δεν θυμάμαι ποτέ να σκέφτηκα «εγώ θα γίνω στιχουργός όταν θα μεγαλώσω», ενώ με θυμάμαι εξαρτημένο από τα ελληνικά τραγούδια με έναν τρόπο που αναγνωρίζω σήμερα σε  κάποιους από τους νέους που με πλησιάζουν και ομολογώ ότι αναδρομικά μου κάνει εντύπωση. Για κάποιους το τραγούδι  λειτουργεί σαν πηγή πληροφοριών στο υπαρξιακό επίπεδο,  ίσως γιατί δεν εμπιστεύονται τις άλλες πηγές, έτσι ήμουν και εγώ μέχρι που ανακάλυψα ότι και αυτή η πηγή δεν είναι πεντακάθαρη. Είναι ένα ιδεαλιστικό επεισόδιο που επιμένει κανείς  να αγνοεί δίκην έρωτος  όλα τα παρελκόμενα του τραγουδιού: τα κυκλώματα, το εμπόριο, την παραπληροφόρηση... Δεν είμαι επαγγελματίας γιατί δεν μπήκα -δεν μπόρεσα να μπω- στην λογική του «γράφω γιατί κερδίζω το ψωμί  μου»  με το να καλύπτω την ανάγκη του Μαχαιρίτσα, του Νταλάρα,  της Αλεξίου του Χ,  ώστε να επιβεβαιώνουν την εικόνα τους μέσα από ένα σχετικό περιτύλιγμα στίχων. Αυτό συμβαίνει όχι γιατί δεν αγαπώ  ιδιαίτερα κάποιους συνθέτες και κάποιους τραγουδιστές, αλλά γιατί δεν αισθάνομαι και την ανάγκη  να τους ειδωλοποιώ. Είμαι μάλλον σιωπηλή και ανίσχυρη μειοψηφία γιατί  οι προβολείς μου πέφτουν  πάνω στο ίδιο το τραγούδι, στο κάθε ξεχωριστό τραγούδι. Έτσι και σήμερα και τώρα δεν μπορεί να συστήσει για μένα κίνητρο η ναρκισσιστική προβολή των τραγουδιστών ακόμα και αν κάποιες από αυτές τις ναρκισσιστικές επιδείξεις είναι και του γούστου μου και αγγίζουν κάποτε μια πιο λεπτή χορδή μου. Αυτή μου την «αδυναμία» την υπερβαίνω  όταν  με κερδίζει  ψυχικά ο τραγουδιστής και η τραγουδίστρια με έναν τρόπο που να υπερβαίνει την φίρμα τους  και την κοινή αποδοχή.

Δεν έχεις, δηλαδή, ποτέ λειτουργήσει «κατά παραγγελία»;


Ασφαλώς και έχω αναγκαστεί όπως όλοι να διαρρήξω  αυτό το πλαίσιο  κάποτε, για λόγους βιοπορισμού  αλλά όχι σε αυτόν τον βαθμό που χαρακτηρίζει τους επαγγελματίες.  Είμαι έξω από το κλίμα του «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω». Όταν πρωτοβγήκα  στην δισκογραφία, είχα απόλυτα  συγκεκριμένες επιλογές απ όσα θαύμαζα και αγαπούσα και σκεπτόμουνα δυνατότητες διεύρυνσής του ακόμα τότε ποιοτικού χώρου μέσα στην φαντασία μου χωρίς να λαμβάνω υπ΄ όψιν τις πραγματικές παραμέτρους, όπως και οι νέοι που κατά καιρούς με πλησιάζουν.  Παρ' όλα αυτά και την απομάγευσή μου, την προσγείωση δηλαδή που στην περίπτωση μου υπήρξε και απότομη, θέλω να την διαπραγματεύομαι με δημιουργικούς όρους, το παραμύθι μου ναι μεν  έχει πολλούς δράκους, αλλά η ενασχόλησή μου με τον στίχο εξακολουθεί πάντα να είναι παραμύθι. Η έννοια του επαγγελματισμού που έχει αντικαταστήσει την έννοια του εμπνευσμένου, των αισθητικών προδιαγραφών, της δημιουργίας με μια κουβέντα,  με αφήνει ασυγκίνητο και δεν έχω χειρότερο από αυτό. Επιπλέον, έχεις και μια σειρά  εντελώς ατάλαντων ανθρώπων, με τις ασήμαντες από δημιουργική άποψη καταθέσεις τους στο δημιουργικό κομμάτι, αλλά τις πολύ σημαντικότερες απολαβές τους, που υπεραμύνονται σαν επαγγελματίες. Ειλικρινά θα προτιμούσα να μιλώ λιγότερο για αυτά, και να έχω ευκαιρίες για καινούργια κομμάτια που γράφω, γιατί το ιδανικό μου είναι να δουλεύω κάθε κομμάτι σαν  πρότζεκτ,  σαν ένα και μοναδικό κομμάτι.

Πώς είναι, λοιπόν, να συνεργάζεσαι με έναν νεότερο δημιουργό, όπως ο Κωνσταντόπουλος, στο νέο δίσκο του οποίου, «Ένας Τρελλός», συμμετέχεις με έξι τραγούδια;

Είναι από τα στοιχήματα που με δελεάζουν. Συνυπάρχει η ανάγκη και των δυο πλευρών να θαυμάσουν και να αμφισβητήσουν,  να παραδοθούν ψυχικά όσο και να κανιβαλίσουν, να συμπαρασταθούν όσο και να θέσουν σε δοκιμασία η μία πλευρά την άλλην. Αυτά με έναν ενεργοποιημένο και ταλαντούχο νεότερό σου δουλεύουν στο μάξιμουμ. Οι κατάλληλοι για τον καθέναν μας νέοι, σε οδηγούν στο πώς να μην είσαι απλά τρυφερός και ανεκτικός  μαζί τους. Ακόμα και αν δεν φτάσεις ως το τέρμα της εξουθενωτικής αυτής διαδρομής ο προορισμός της είναι η Αγάπη. Επιμένω στο ταλαντούχος γιατί το σκέτα νέος δεν ωφελεί στην δημιουργία. Και το «ταλαντούχος» το ορίζω πέρα από τα δεοντολογικά πλαίσια της τεχνογνωσίας, το κάνω συνώνυμο του «χαρισματικός». Και θέλω να σκεφτείς και εσύ, που μου απευθύνεις τις ερωτήσεις, πώς βρίσκει κανείς πια τον χαρισματικό μέσα σε ένα πλήθος καλά καταρτισμένων επαγγελματιών; Ο Αλκιβιάδης, με αγαπούσε για τους στίχους μου πριν με γνωρίσει και είναι ταλαντούχος όσο και παιδί της γενιάς του,  που αναρωτιέται δηλαδή από τα είκοσι επτά του που τον γνώρισα: «Γιατί δεν πέτυχα ακόμα;» χωρίς όμως  να σπάει και ό,τι τα γυαλικό  βρει μπροστά του για αυτόν τον λόγο...Όποτε του τη δίνει κάνει χειρωνακτικές δουλειές, γυμναστικές, μαθαίνει κανένα όργανο ακόμα, κάνει σχέδια ακόμα πιο «εξωπραγματικά», και αυτά  εμένα μ' αρέσουν.

Υπάρχει όμως, αντικειμενική επιτυχία και ιδιαίτερη δημοφιλία μιας νέας μουσικής γενιάς.
Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι οι νέοι είναι πιο κατηρτισμένοι από τους παλιότερους· ας μην ξεχνάμε ότι ιδιοφυίες του λαϊκού τραγουδιού ήταν ξεκάθαρα πρακτικοί και ότι και πολλοί συνθέτες του έντεχνου δεν είχαν αποπερατώσει ούτε τις βασικές μουσικές τους σπουδές , άφησαν όμως αξεπέραστα και αξέχαστα τραγούδια. Οι περισσότεροι νέοι καλλιτέχνες σήμερα είναι αρκούντως  ενήμεροι για τη δυτική σκηνή, μέσα στην άποψη, και την επιχειρηματολογία, τραγούδια, όμως, που να με συγκινούν, δεν ακούω και πολλά, ειδικά από την  άποψη του  στίχου.  Ασφαλώς φταίει κυρίως ένας τρόπος παραγωγής που έχει επιβληθεί, αλλά και το αμφισβητησιακό στοιχείο μέσα στο ίδιο το τραγούδι που υπάρχει στον Δεληβοριά, στον Φάμελλο, σε άλλους σαραντάρηδες και πάνω,  σε δικούς μου στίχους είναι πολύ αμβλυμμένο στους τριαντάρηδες ή εντελώς καλλιτεχνικά ακατέργαστο· σημείο μιας νοοτροπίας στην οποία το να «έρθεις στα πράγματα και βλέπουμε…» είναι αυτή την εποχή η προτεραιότητα. Μετά το πρώτο, ευχάριστο ομολογουμένως, ξάφνιασμα εισαγωγής δυτικότροπου μελωδικού νεορομαντικού νεοπόπ και μιουζικαλίστικου στοιχείου, - όλη αυτή η ρετροσπεκτίβα  που παραπέμπει στα fifties, στα sixties άντε και λίγο seventies- άρχισε  να με  προβληματίζει  για τη γόνιμη προοπτική της και συχνά πλήττω. Κι αυτό συμβαίνει όταν κάτι δεν σε γεμίζει...Υπάρχουν βέβαια διαβαθμίσεις στη βαρεμάρα και ομολογουμένως με τoυς νεότερους καλλιτέχνες  που αποποιούνται τα σκυλάδικα, τουλάχιστον δεν «σκυλο-βαριέμαι».

Αρκεί αυτή η αποποίηση για να ξεχωρίσουν;

Ναι, δεν ξέρω πόσο σημαντικό είναι τελικά να αποποιείσαι τα σκυλάδικα όταν ο ίδιος επαναλαμβάνεις στερεότυπα που δείχνουν ξεκάθαρα είτε ότι δεν μπορείς, είτε ότι δεν θέλεις να αναφερθείς στη σκληρότητα της εποχής και αρκείσαι στην αποδοχή μιας πιτσιρικαρίας που «έντεχνα» αποφεύγει να ζήσει διασκεδάζοντας. Το να κάνεις δηλώσεις για τις σύντομες γενιές των οκτακοσίων, πεντακοσίων, τριακόσιων κλπ ευρώ,  προσωπικά δεν μου λέει τίποτα στο δημιουργικό κομμάτι. Θέλω να ακούσω την αγωνία σου καλλιτεχνικά μετασχηματισμένη και ας μη θέλουν ούτε αυτοί που τη ζούνε να την ακούσουνε. Με μια κουβέντα, για να σε δεχτώ σε ό,τι μέχρι τώρα μου έχει προσφέρει το καλλιτεχνικό ελληνικό τραγούδι, θέλω να δω το ρίσκο σου. Μέχρι στιγμής βλέπω χαριεντισμούς με ένα νεανικό κοινό που υπάρχει σε κάθε εποχή διατεθειμένο να ζήσει το παρόν και άλλες κενολογίες. Και η μάνα μου άκουγε τον Τζίμη Μακούλη και σεληνιαζόταν,so what  για να το πω και στα νεοελληνικά αυτού του νεανικού  κοινού. Με τον Μαχαιρίτσα «πλακωνόμαστε» σε τριμηνιαία βάση για το πόσο το «ντιριντάχτα» και η καλή παρεούλα  είναι το άπαν στα ζωντανά προγράμματα για να ανεβάσουμε το πεσμένο ηθικό των συνανθρώπων μας. Εγώ πάντως τις παρέες των πενήντα βάλε, που βλέπω συνέχεια στα προγράμματά μας, μπαίνω συχνά στον πειρασμό να τους φτύσω και όχι να τους παρηγορήσω. Είναι η γενιά μου και ευτυχώς δεν είχα κοινό βίωμα μαζί της, αυτό με έκανε και όσο καλλιτέχνης είμαι. Και γνωρίζεις ότι και «Γάτο» έχω στο ενεργητικό μου και «Ελα ψυχούλα μου» και αρκετά που δείχνουν ότι μπορώ να σου φτιάξω το κέφι, όσο και να σου το χαλάσω.

Πιστεύεις πως η αυτοδιαχείριση των socialmedia αλλά και η εύκολη, πλέον, πρόσβαση- προβολή των νέων σε αυτά, έπαιξε σημαίνοντα ρόλο;

Ότι θα γινόταν και θα ξαναγίνουν  στροφές και καμπές και ανασκουμπώματα σε όλο το φάσμα, δεν έχει κάτι να σχολιάσεις. Ότι η είσοδος της νέας γενιάς στο τραγούδι είχε από την άποψη της  σκηνοθεσίας των mediaτην παράμετρο που ίσχυσε και στον εργασιακό χώρο συνολικότερα, δηλαδή του εκβιασμού για «εθελούσια πρόωρη έξοδο» των αμέσως προηγούμενων, εκεί, ναι, υπάρχουν πολλά να σχολιαστούν. Πράγματι  ορισμένοι τριαντάρηδες, όχι όλοι φυσικά, είναι η πιο χαϊδεμένη από τα Μέσα  γενιά εδώ και πολλά χρόνια. Έπεσε πολύ και γενναίο σπρώξιμο και από συνομήλικούς τους, που αυτό είναι ό, τι φυσικότερο και επαναλαμβάνεται σε κάθε γενιά, αλλά το δυσάρεστα εντυπωσιακό είναι η στάση των «ενήλικων» που περιοικούν στον χώρο μας  που εξάντλησαν φαίνεται τα κριτικά τους αποθέματα με την δικιά μου γενιά και αποφάσισαν ότι είναι καιρός να φανούν υπέρμετρα γενναιόδωροι στο «καινούργιο»  που εμφανίστηκε, κυρίως με  υπερχείλιση ανάγκης ανανέωσης  προσώπων και ηλικιών και ενδυνάμωσης του συνολικού τζίρου , αλλά με ελάχιστη δημιουργική ανανέωση. Εγώ και πολλοί άλλοι έτσι το ζήσαμε. Δημοσιογράφοι και κριτικοί από τους οποίους η δικιά μου η γενιά για να σταυρώσει καλή κουβέντα έπρεπε να περάσει σε σχέσεις διαπλοκής και αλληλεξάρτησης, βρέθηκαν αίφνης  ξάπλα και εκστασιασμένοι με την έλευση της γενιά «Idingo» του ελληνικού τραγουδιού.

Θα ήθελα να γίνεις πιο συγκεκριμένος...

Θυμάμαι ότι ο «Νότος»  και το «Ένας Τούρκος στο Παρίσι», επί παραδείγματι, παρά την επιτυχία τους, που θα μου επιτρέψουν οι νεότεροι συνάδελφοι να εξακολουθώ να θεωρώ πιο διαχρονική από τα δικά τους  μέχρις στιγμής εγχειρήματα, παρά την εξαιρετική δημοφιλία τους, πήραν ελάχιστες θετικές κριτικές, οι περισσότερες εξ αυτών υπό αίρεσην  κιόλας. Έτσι ήταν και η συνέχειά μου. Ας πούμε για τον δίσκο της Λεονάρδου με τον Μάτσα- που αν έβγαινε σήμερα από έναν απο όλους τους νεότερους συναδέλφους θα ακούγαμε πιθανά ότι  «επιτέλους ένα ξεμασκάρεμα των στερεοτύπων της ποιότητας στο έντεχνο»-  δισκοκριτκός του Διφώνου που δεν είχα προγραμματίσει να την γνωρίσω προσωπικά και να της υποβάλλω τις γονυκλισίες μου, έγραψε ότι πρέπει να αποφασίσω αν είμαι ο Τζέκιλ ή ο Χάιντ, επειδή κάποιοι στίχοι είχαν την αναγνωρίσιμη βούλα από την ίδια  ποιητική χροιά ενώ κάποιοι άλλοι είχαν  αποδομητική και  σκωπτική διάθεση. Έπρεπε εν ολίγοις να είσαι αποφασισμένος και για την ελάχιστη παράβαση στα στεγανά ενός στημένου σκηνικού. Αυτό, όμως, που ήταν για μένα το αποκαλυπτικότερο, ήταν όταν μουσικός δημοσιογράφος  και παραγωγός, τέως  συνεργάτης και αυτός του Διφώνου και παρουσιαστής στην τηλεόραση ομολογουμένως συγκροτημένος, ομολογουμένως καλόγουστος, ομολογουμένως σκύλα, επειδή ήταν φίλος φίλων μου και έτυχε να βρισκόμαστε τυχαία και αραιά, ήταν πάντα από στριφνός μέχρι ευδιάθετα απορριπτικός μαζί μου . Σε κάθε μας σύντομη κουβέντα μου ΄λεγε πάντα «Τα μεγάλα ονόματα τελείωσαν Ισαάκ. Το παιχνίδι έφυγε από τους τραγουδιστές και πάει σε γκρουπάκια, σε μικροκαταστάσεις και στα ξένα μουσικά ιδιώματα». Και βεβαία όσα έλεγε είχαν βάση, αλλά δεν είχε ούτε μισή καλή κουβέντα να πει για τις δικές μου προσπάθειες σε αυτό το μεταβατικό τοπίο, για τον τρόπο που διαχειρίστηκα το mainstream στην στιχουργία μου. Και φαντάσου το αίσθημά μου όταν τον είδα να παθαίνει απανωτούς οργασμούς σε τηλεοπτική εκπομπή παρουσιάζοντας, με εντελώς σταρ σύστεμ  τρόπο, νεότερους καλλιτέχνες του τραγουδιού  που προς τιμήν τους ήταν αισθητά σεμνότεροι από ό,τι ο ίδιος που τους έγλειφε πατόκορφα. Ή η «Επίδαυρος», ας πούμε, από τα σημαντικότερα τραγούδια των τελευταίων χρόνων, δεν παίχτηκε  τότε ούτε στον Μελωδία και ούτε παίζεται γιατί δεν το έφτιαξαν  βλέπετε  κάποιοι  από τους πραγματικά χαϊδεμένους  της συντεχνίας μας, επαγγελματίες αμφισβητίες του τύπου «όλα τα φώτα πάνω μου». Και πολλά, πολλά περιστατικά, παγίδες, από κει που περιμένεις και δεν περιμένεις  αλλά δεν σκοπεύω να Καζαντζιδίσω...· όπως δεν είμαι επαγγελματίας στιχουργός, δεν είμαι και επαγγελματίας  αντισυστημικός, δεν είμαι επαγγελματίας έντεχνος, επαγγελματίας άτεχνος,  επαγγελματίας κομμουνιστής, δεν είμαι επαγγελματίας ερωτευμένος, επαγγελματίας ομοφυλόφιλος και είναι θαύμα το πώς επιζώ με τόσους εξειδικευμένους επαγγελματίες γύρω μου...

Παρ' όλα αυτά, δεν θα έλεγα ότι οι συνεργάτες -και οι συνεργασίες σου- άνηκαν στους «αδικημένους» ή μη προβεβλημένους..

Οι «συνεργάτες» μου, που όλα αυτά τα χρόνια είναι ο Λαυρέντης, είναι προβεβλημένος γιατί «πουλάει» και κυρίως από ειδησεογραφικά και όχι αμιγώς μουσικά μέσα. Χαϊδεμένη δεν είναι και η κριτική που του ασκείται· δίκαια και άδικα είναι εδώ και χρόνια από τις σκληρές για τους τραγουδοποιούς της ηλικίας του. Την προκαλεί και ο ίδιος κάποιες φορές αλλά πώς την προκαλεί όταν δεν λέει το ποιηματάκι του προοδευτικού όπως θέλουν ακριβώς κάποιοι εν τοις πράγμασι να το ακούνε και όταν δεν υποβάλλει υποτακτικά περήφανα   τα σέβη του στην «αυθεντία» ορισμένων; Δεν σημαίνει ότι συμφωνώ μαζί του, συχνά καυγαδίζουμε εκρηκτικά, για μένα όμως που τόσα χρόνια με παιδεύει αγρίως και με αγαπά ιδιαιτέρως, ο καλύτερος εαυτός του είναι πράγματι αυτός που ξεσηκώνει τον αντίλογο,  άσχετα που δεν είναι ο «ήρωας» για να το τραβήξει αυτό περισσότερο. Οι «ήρωες» βλέπεις για να υπάρξουν εξακολουθητικά  χρειάζονται και τη δεύτερη φωνή που είναι οι οπαδοί, ο Λαυρέντης έχει κυρίως πελατεία, στεγνό αλλά αληθινό. Σιγανό ποταμάκι μια φορά δεν.. είναι. 

Θεωρείς, λοιπόν, ακόμα και σήμερα, «παρεμβατικό» τον ρόλο των δημοσιογράφων σε μουσικό επίπεδο;

Ασφαλώς και οι δημοσιογράφοι που μας απευθύνετε ανάλογες ερωτήσεις παίρνοντας προς στιγμήν τη θέση του κριτικού ακροατή και θεατή, παίζετε τον πιο διφορούμενο ρόλο σε όλο αυτό. Γιατί αν οι καλλιτέχνες στην επισφάλεια τους και στον αγώνα κυριαρχίας που δίνουν μες στο αδηφάγο σύστημα αλλοτριώνονται σταδιακά, oι δημοσιογράφοι, όπως το ζησα δεκαπέντε χρόνια,  ήταν εξ΄ αρχής  αλλοτριωμένοι, με οδηγίες από τους αρχισυντάκτες τους και νοοτροπίες του στυλ: «χτυπάω στο ψαχνό για να με προσέξουν και το κοινό και οι καλλιτέχνες», «γράφω ή δεν γράφω για να θορυβήσω κάποιους να ενδιαφερθούν για την ύπαρξη μου» κ.ά. Μαζί, δηλαδή, με όλες τις άλλες παραμέτρους, πολιτική δισκογραφικών, στάσεις καλλιτεχνών κ.ά.  που έχουν όμως θιχτεί επαρκέστατα, υπήρχε  και ο ρόλος της δημοσιογραφίας στα πολιτιστικά  τεκταινόμενα που όμως δεν θιγόταν για προφανέστατους λόγους. Έχω κάνει λίγο από την δουλειά σας, ξέρετε. ¨Εχω αρθρογραφήσει λίγο σε διάφορα έντυπα. Χαρακτηριστικά, όταν αρθρογράφησα για τρεις, τέσσερις μήνες στο «Ποντίκι- Art»· η τότε αρχισυντάκτρια παρά την επωνυμία μου στον χώρο του τραγουδιού, θεώρησε εαυτήν υπόχρεη να μου δώσει αποσαφηνίστηκες οδηγίες. Η πρώτη και πιο υπογραμμισμένη ήταν: «Δύο φορές θα τους χτυπάς αλύπητα και την Τρίτη θα το παίζεις αντικειμενικός με συν και πλην»  Αμέσως προσπάθησε να μου πλασάρει και τον ευνοούμενο της στιχουργό- δημοσιογράφο για να γίνουμε όλες μια καλή παρέα εναντίον κοινών εχθρών που θα ήταν φυσικά οι σκυλάδες  αλλά και οι αδύναμοι κρίκοι, οι ξέμπαρκοι του χώρου, που  η αρχισυντάκτρια δεν ήταν συνδαιτυμόνας τους. Για κάποιους από τους αγαπημένους και χρυσούς της  εγώ ήθελα να γράψω αρνητικά, αλλά αυτό δεν έμπαινε καν υπό συζήτηση ήταν φίλοι της και έπρεπε να γίνουν και δικοί μου, για «να συνεννοούμαστε». Ερχόντουσαν  μετά οι ίδιοι άνθρωποι να μας απευθύνουν «καυτές»  ερωτήσεις που αποσκοπούσαν σε απαντήσεις καταπέλτες, και κουβέντα να γίνεται, γιατί αυτό ήταν η δουλειά τους και βέβαια το θεωρούσαν δουλειά. Οι άνθρωποι αυτοί επιβιώνουν και προσπαθούν και σήμερα να «χωθούν» σε ό,τι απομένει. Το σκηνικό, δηλαδή, ναι μεν άλλαξε δραματικά, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι αλλάξαν και οι χαρακτήρες.

Ας μιλήσουμε όμως και για το ρόλο του κοινωνικο-πολιτικού τραγουδιού. «Το όραμα του Κάιν» από το νέο δίσκο του Κωνσταντόπουλου ή το παλαιότερο «Μια συνηθισμένη μέρα», πώς στέκονται απέναντι στον «πολιτικό» διαδικτυακό λόγο που αφθονεί σήμερα;

Εδώ κάνεις ένα λάθος· το πραγματικά πολιτικό τραγούδι της εποχής μας είναι ο Παντελίδης...Αποκωδικοποιώντας τη σημειολογία του, βλέπουμε ποια είναι τα πραγματικά αιτήματα της σφύζουσας και ζωντανής μερίδας του λαού και της νεολαίας και αντιλαμβανόμαστε τον φυσικό τρόπο που απαξιώνεται το σύστημα χωρίς πολλά πολλά και αξιώνεται στη θέση του ο αιώνιος μπαγάσας. Τα δικά μου τραγούδια στα οποία αναφέρθηκες  είναι μπαλάντες για ανοργασμικές αρσενικοθήλυκες γεροντοκόρες, ανίκανες να μοιραστούν τις χαρές και τις λύπες του περήφανου στα αυτιά λαού, αλλά επειδή εγώ σε αυτό το target group έχω μεγαλύτερη πέραση, εκεί έχω και κάποιες πιθανότητες να βγάλω κάποτε ένα γκάμπριο  περίπου σαν αυτό που είχε και ο Λοΐζος και ντρεπόταν λόγω κόμματος να το κυκλοφορεί...Τι να κάνω, λοιπόν, συμβιβάζομαι...

Έχεις γράψει τραγούδια στα οποία περιγράφεις κριτικά τους παλαιούς ιδεολογικούς σου «συντρόφους». Πώς θα τους χαρακτήριζες σήμερα με βάση τα νέα δεδομένα της ζωής (τους);

Κατ' αρχάς να εξηγούμαστε για να μην παρεξηγούμαστε, οργανώμενος υπήρξα για ένα εξάμηνο στην ζωή μου, στα δεκάεξι μου· και όπως και με τα κινητά τηλέφωνα, ήμουν ο τελευταίος που το πήρε και ο πρώτος που θα το πετάξει. Δεν αμφισβητώ τη χρησιμότητά τους γενικά, ούτε τη χρησιμότητα των χαρτοπαικτικών λεσχών αμφισβητώ εξάλλου, ούτε της δημιουργίας συνολικά· απλά δεν το ‘χα αυτό. Σαν φυσιολογικός ζηλιάρης,  όποτε θέλησα να το αποκτήσω, κατάλαβα ότι δεν επαρκώ να καλύψω τα στοιχειώδη ενός μέσου μέλους. Τελευταία φορά αποπειράθηκα να πάω για αφισοκόλληση πριν από δώδεκα χρόνια και με απέτρεψε ο καθοδηγητής μου με ένα αυστηρό «Δεν είσαι εσύ για αυτά» εννοώντας ότι με προόριζε για οργανικό διανοούμενο σε απόσταση ασφαλείας από τα «εργατάκια».. Δεν είχα, λοιπόν, συντρόφους στη ζωή μου πραγματικά, ούτε ιδεολογικούς, ούτε καμιάς άλλης μορφής, για να απαντήσω ευθέως στην ερώτηση.  Λέω ότι είμαι Αριστερός που είναι ό,τι πιο κοντινό μπορώ να πω για να συμπεράνει ο άλλος το κουτάκι που χρειάζεται για μένα και να αισθανθεί στοιχειωδώς ασφαλής στην μεταξύ μας κουβέντα. Θα μπορούσα εξίσου και εξίσου παραπειστικά να του πω ότι είμαι Χριστιανός, αλλά θα θύμωνε το πιο πιθανό, γιατί ο Χριστιανισμός σαν ορολογία πνέει τα λοίσθια ενώ  η Αριστερά θα βγάλει ίσως καμιά πενηνταριά χρονάκια ακόμα με τις ίδιες ορολογίες η αναπαλαιωμένες  τις ίδιες η θα εξακολουθήσει σαν ονομασία να περιφέρεται για αιώνες χωρίς το περιεχόμενο της όπως και ο χριστιανισμός, τόσο το χειρότερο.  Για μένα τα πράγματα είναι στα πρόθυρα της αναβάπτισης τους, η κρυφή δυναμική που αναγνωρίζω  είναι μια λήθη που επιχειρείται τόσο από όσα μας χειραγωγούν αλλά και από το ίδιο το  συλλογικό ασυνείδητο. Εξάλλου ο σχεδιασμός γίνεται με βάση το συλλογικό ασυνείδητο για αυτό εξάλλου και πετυχαίνει τόσα πολλά.  Είναι πολύ όμορφο και το αγαπώ το τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου που λέει: «ο νους μας είναι αληταριό». Το αγαπώ αλλά δεν το πιστεύω. Πολύ περισσότερο πιστεύω οτι ισχύει αυτό που έγραψε ο Καρυωτάκης: «είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις, χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε». Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι κεφαλαιώδης και θέλω να αφήσω το σκεπτικό μου ανολοκλήρωτο για να το συμπληρώσουν οι αναγνώστες μας...

Τι προβλέπεις για το μέλλον της Αριστέρας;

Είναι καιρός, για να μην πω έχει περάσει κιόλας, να αποδεχτούμε όχι τη διάσπαση, αλλά τη διαίρεση της Αριστεράς. Οι επιτακτικοί λόγοι στον σκληρό ιδεολογικό της πυρήνα ποτέ δεν επαρκέσανε για την, στα λόγια,  επιθυμητή, ενότητά της. Όλοι οι χριστιανοί του κόσμου αναφέρονται στην Αγάπη και όλοι οι απωανατολίτες στη σαμσάρα και την νιρβάνα και με όλες τις κοινές τους αναφορές είναι αιωνίως και τουμπανίως διαίρει και βασίλευε όπως γράφω και στο «Όραμα του Κάιν». Έχετε την εντύπωση ότι οι άνθρωποι έχουν πιο δυνατή τη φυσική παρόρμηση να συνεννοηθούμε; Εγώ θα έλεγα για ψυχολογήστε καλύτερα τους άγιους, τους ήρωες και τους επαναστάτες σας....Να επιβληθούνε θέλουνε και αυτό θέλανε πάντα οι άνθρωποι. Η όποια συνεννόηση προκύπτει με θεία χάρη από τη δυσκολία απόλυτης  επιβολής του ενός πάνω στον άλλον.  Τις ευχές μάλιστα και τα χαζοχαρούμενα περί αγάπης και επι γης ειρήνη  τα τελευταία χρόνια,  τα έχει σιχαθεί η ψυχή μου,  μαζί με τις χαρούμενες όλο αισιοδοξία καλημέρες, καλησπέρες που είναι ασφαλώς για να τις υποψιάζεσαι και για να τις φοβάσαι, μαζί με την αρνητικότητα και τη μιζέρια του όλα μαύρα, επειδή ακριβώς τα περιμένουμε όλα στο πιάτο.  Όλα αυτά «θετικά» και «αρνητικά» συγκαταλέγονται στη δικιά μου θεωρία για τα δύο άκρα.  Από αρκετές απόψεις δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο να ελπίζει ένας εργαζόμενος, άνεργος, πληγμένος από το κράτος. από μια αυτοδυναμία του Σύριζα, αλλά ξέρεις πόσοι έχουν και θα έχουν και στο μέλλον να ροκανίζουν σε αυτή τη χώρα και πόσοι είναι ευτυχείς με την αποστολή ρουφιάνου που τους αποδίδει το κράτος και η νομιμότητά του;

Ποιες είναι οι δικές σου «σταθερές» με τις οποίες πορεύεσαι στα χρόνια του Μνημονίου; Τι έχεις κερδίσει και τι έχεις χάσει σε αυτά;

Τείνω να συρρικνώσω όλες τις σταθερές μου, αν και δεν νομίζω ότι θα μου συμβεί αυτό ολότελα, όλα πάνω μου και μέσα μου είναι προεπαναστατική γενιά· το ξέρω. Επέλεξα όμως και έχω πληρώσει για τον ρόλο του φοιτητή σε αυτόν τον παγκόσμιο Βυσσινόκηπο. Ακουμπάω κάθε μέρα το δέντρο της ζωής και τα μάτια μου προσπαθούν να εννοήσουν τα δικά του μάτια. Σιγά, σιγά γίνομαι έναςpostγέρος, γιατί υπήρξα γερασμένος στη νιότη μου όπως και πολλοί άλλοι. Έχοντας πεθάνει και μια δεύτερη φορά, τι πιο προβλέψιμο από το να ψάχνω για επιβιώσαντες γύρω μου. Έλκομαι από την αγάπη, και είμαι παράλογος για να μπορώ να βρίσκω νόημα πριν φέρει η επιστήμη κάποιες λίγες αποδείξεις, αλλά αυτό μου συμβαίνει από πάντα, απλά εξελίσσεται. Κερδίζω από τη χασούρα μου και χάνω όποτε αφήνομαι να παρασυρθώ από  τον δήθεν δημοκρατικό διάλογο με τυχάρπαστους.

Ας κλείσουμε με τα της επικείμενης συναυλίας στην Αρχιτεκτονική; Τι μας επιφυλάσσεις;

To τι θα «παίξει» στην συναυλία με τα τραγούδια μου,  θα το ξέρω με ακρίβεια αφού παίξει...Όχι ότι από τη σύλληψη της ιδέας δεν είχα πλάνο, αλλά όλοι όσοι συμμετέχουν το κάνουν σε βάρος των εργασιών που τους πληρώνουν κανονικά και του ελάχιστου ελεύθερου χρόνου τους. Από την μια δεν ξέρω πώς να ευχαριστήσω αυτούς τους αληθινούς φίλους, από την άλλη δεν έχω τις δυνατότητες μιας κανονικής παραγωγής. Θα είναι ένα αλά Πουτανέσκα πρόγραμμα, με ό,τι υλικό μου βρέθηκε από την προηγούμενη μέρα, ευτυχώς πολύ καλό υλικό. Εδώ δεν έχω παρά να ευχαριστήσω δημόσια τον Αλκιβιάδη και τον Οδυσσέα Κωνσταντόπουλο που έχουν το βάρος της ενορχήστρωσης και των προβών και είναι οι άμεσοι συνένοχοί μου για ό,τι θα πάθετε. Τον Λαυρέντη για όλα, τον Γιάννη Κότσιρα που με ζεστασιά και πραγματικό κέφι ανταποκρίνεται σε αυτές μου τις πρωτοβουλίες, και ιδιαίτερα τους αγαπημένους μου που δεν έχουμε συνεργαστεί:Tον Παντελή Αμπαζή, εντελώς γνήσια περίπτωση λαικού διασκεδαστή με γούστο, στυλ και υπέροχη ανθρωπίλα, τον Φοίβο Δεληβοριά  για τον οποίο ό,τι κουβέντα θαυμασμού και φιλίας κι αν πω θα είναι μειωτική για ό,τι πραγματικά με κάνει και αισθάνομαι για αυτόν, και την Νατάσσα Μποφίλιου της οποίας το peak τα τελευταία χρόνια είναι αδιαμφισβήτητο, αλλά που εγώ πιστεύω ότι τα ακόμα πιο πολλά που έχει να δώσει είναι μπροστά, και που ανταποκρίθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη κάτι που αυτομάτως αποδεικνύει σε μένα και ήθος και ουσία καλλιτέχνη. Με έχει κερδίσει και ελπίζω να της το ανταποδώσω. Τέλος, θέλω να ευχαριστήσω τον Δημήτρη Τάρλοου, με τον οποίο δεν προϋπάρχει καμιά γνωριμία, αλλά θεωρώ ότι είναι από τους χαρισματικότερους στον θεατρικό χώρο και που λόγω της σκηνοθετικής του δραστηριότητας είχα καιρό να τον απολαύσω σαν ηθοποιό. Στην βραδιά μου θα είναι λοιπόν ο Ηθοποιός, αυτός που αποφασίζει αν χρειάζεται να ζήσεις έναν ρόλο η να κρατηθείς σε απόσταση από αυτόν και να τον παρατηρείς...


Πηγή musicheaven gr:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου