Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Kahlil Gibran Ο περιπλανώμενος



Ενδύματα

Κάποτε η Ομορφιά και Ασχήμια απαντήθηκαν σε μια ακρογιαλιά. Και είπαν η μια στην άλλη, «Ας κολυμπήσουμε στη θάλασσα». Μετά από λίγο βγήκε στην ακτή η Ασχήμια, φόρεσε τα ενδύματα της Ομορφιάς κι απομακρύνθηκε.

Βγήκε απ' τη θάλασσα και η Ομορφιά, μα τα ενδύματά της δεν τα βρήκε. Ντύθηκε, λοιπόν, με τα ενδύματα της Ασχήμιας, γιατί 'ταν ντροπαλή πολύ, γυμνή να περιφέρεται.


Τράβηξε και η Ομορφιά το δρόμο της.
                    
                 Από τότε οι άνδρες κι οι γυναίκες τις μπερδεύουν.

Κι όμως υπάρχουν εκείνοι που 'δαν το πρόσωπο της Ομορφιάς και τη γνωρίζουν, δίχως να στέκουν στα ενδύματά της. Υπάρχουν κι εκείνοι που 'δαν το πρόσωπο της Ασχήμιας και τα ενδύματα να την κρύψουν δεν το μπορούν από τα μάτια τους.

Σώμα και ψυχή

Ένας άντρας και μια γυναίκα κάθονταν σ' ένα παράθυρο που κοίταζε στην Άνοιξη. Ήταν καθισμένοι κοντά ο ένας στον άλλο.

«Σ' αγαπώ», είπε η γυναίκα. «Είσαι όμορφος και πάντα καλοντυμένος». «Σ' αγαπώ», είπε ο άντρα. «Είσαι μια όμορφη σκέψη, κάτι πολύ ξεχωριστό που ξεγλυστρά στα δάχτυλα. Είσαι τραγούδι στ' όνειρό μου.

Η γυναίκα αποτραβήχτηκε θυμωμένη, λέγοντας: «Άσε με σε παρακαλώ. Δεν είμαι σκέψη. Δεν είμαι κάτι που περνά στα όνειρά σου. Είμαι γυναίκα. Θα 'θελα να με πεθυμάς σα σύζυγο και μητέρα αγέννητων παιδιών».
         
          Έτσι χώρισαν.

Ο άντρας έλεγε μες στην καρδιά του: «Άλλο ένα όνειρο που 'γινε ομίχλη».

Και η γυναίκα μονολογούσε: «Τι μπορείς να περιμένεις από έναν άντρα που με βλέπει σαν όνειρο και καταχνιά;».

Αγάπη και μίσος

«Σ' αγαπώ», είπε μια γυναίκα σ' έναν άντρα. «Το 'χω στην καρδιά μου ν' αξίζω την αγάπη σου», αποκρίθηκε ο άντρας.

«Εσύ μ' αγαπάς;» ρώτησε η γυναίκα.

Ο άντρας την κοίταξε μόνο και δεν είπε τίποτα.

«Σε μισώ», φώναξε η γυναίκα.

«Τότε το 'χω στην καρδία μου ν' αξίζω το μίσος σου».

Ο περιπλανώμενος

Τον αντάμωσα στο σταυροδρόμι, έναν άνδρα που τίποτα δεν είχε, παρά μονάχα το ραβδί και το μανδύα του κι ένα πέπλο πόνου στο πρόσωπό του απλωμένο. Χαιρετηθήκαμε και του 'πα, « Έλα σπίτι μου και γίνε καλεσμένος μου».

Ήλθε.

Η γυναίκα μου και τα παιδιά μου μας συναντήσαν στο κατώφλι. Εκείνος τους χαμογέλασε κι αγάπησαν τον ερχομό του.

Κατόπιν, καθίσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι και νιώσαμε ευτυχισμένοι με τον ένδρα, γιατί μέσα του υπήρχε σιγαλιά και μυστήριο.

Μετά το δείπνο συγκεντρωθήκαμε γύρω απ' τη φωτιά και τον ρώτησα για τις περιπλανήσεις του.
Πολλά μας είπε τη νύχτα εκείνη και την επόμενη, αλλά αυτά που θυμάμαι τώρα είναι πως γεννήθηκε απ' την πίκρα των ημερών του κι αυτές οι ιστορίες είναι καμωμένες απ' τη σκόνη και την υπομονή του δρόμου του.

Όταν μας άφησε μετά από τρεις μέρες, δε νιώθαμε πως έφυγε ο καλεσμένος αλλά πως κάποιος από μας ήταν ακόμα εκεί έξω, στον κήπο, κι ακόμα μέσα δεν είχε μπει.  
   
 Εκδόσεις: ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου